Η γωνιά του μαθητή
Το δάσος είναι ζωντανό!
Το δάσος είναι ζωντανό!
Το δάσος είναι ζωντανό!
Το σκοτάδι είναι σαν το φόβο. Όσο περισσότερο απλώνεται τόσο περισσότερες αμφιβολίες για το τι κρύβεται πίσω του σχηματίζονται στο ανυποψίαστο μυαλό σου. Και ο συνδυασμός αυτών των δύο μπορεί να αποδειχθεί ανυπόφορα τρομακτικός.
‘το ξέρω’, είπε μια μικρή φωνή στο μυαλό της νεαρής κοπέλας. ‘Φαίνεται!’ απάντησε ειρωνικά μια άλλη.
‘ Μα τι σκεφτόμουν όταν ξεκίνησα για το δάσος μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα βράδυ Χριστουγέννων;’ αναρωτήθηκε δυνατά αυτή τη φορά η κοπέλα.
Η Ζωή προχωρούσε φοβισμένη προς το δάσος επιτρέποντας στη φαντασία της να της παίζει παιχνίδια. Πίσω από κάθε σκοτεινή γωνιά που διέσχιζε αντίκριζε κρυμμένους κινδύνους και κάθε βήμα της στο πυκνό λευκό χιόνι, της θύμιζε πόσο αβέβαιο μπορεί να είναι το μέλλον.
Μεγαλώνοντας κάτω από την υπερπροστατευτική αγάπη του πατέρα της και σε ένα περιβάλλον τόσο μακριά από τους ανθρώπους είχε μάθει να θεωρεί το δάσος σπίτι της και τους κατοίκους του οικογένεια της. Αυτό που την τρόμαζε δεν ήταν τα ζώα που πολλοί τα θεωρούσαν επικίνδυνα, αλλά οι άνθρωποι.
Με τον πατέρα της να είναι ο κυνηγός της περιοχής και τους άλλους κυνηγούς φίλους του, η Ζωή γνώρισε μόνο την άγρια, πρωτόγονη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Μεγάλωσε μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων, που ζούσαν απολαμβάνοντας το κυνήγι και την δολοφονία των ζώων. Διότι τέτοιοι ήταν για την Ζωή οι άνθρωποι που ενθουσιάζονταν με το να σκοτώνουν άλλες ζωντανές υπάρξεις. Δολοφόνοι!
Ήξερε ότι αν έπρεπε να διαλέξει από ποιους κινδύνευε περισσότερο, σίγουρα θα διάλεγε την ομάδα των ανθρώπων. Είχε αντικρίσει με τα ίδια της τα μάτια, την αγριότητα τους. Οκτώ χρονών παιδί και παρακολούθησε τη μητέρα της να ξεψυχάει στα χέρια του πατέρα της.
Είχαν πάει όλοι μαζί για κυνήγι αγριόχοιρου και η έξαψη όλων των ανδρών ήταν απεριόριστη. Εκεί που κατάφεραν να στριμώξουν σε μια γωνία του δάσους ένα αγριόχοιρο με τα δύο μικρά του και μάλιστα να πετύχουν το ένα σκοτώνοντας το ακαριαία, αυτός αφήνιασε. Με μια αστραπιαία κίνηση έμπηξε βαθιά τα μικρά σουβλερά κέρατα του στο στομάχι της μητέρα της Ζωής. Όπως ήταν φυσικό ο αγριόχοιρος, όπως και το άλλο μικρό του, είχαν την ίδια τύχη με το πρώτο μικρό.
Αυτό το περιστατικό χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη αλλά και στην καρδιά της, αφήνοντας πίσω του ανείπωτο πόνο.
Ο πατέρας της από την άλλη δέχτηκε το θάνατο της μητέρας της με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της Ζωής. Κατηγόρησε άδικα, την ενστικτώδη αντίδραση του ζώου απέναντι στο κίνδυνο και επιδόθηκε στο κυνήγι με ακόμα μεγαλύτερο πάθος. Ποτέ του δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στις εικασίες της κόρης του να δώσει διέξοδο στο πόνο του συνειδητοποιώντας ότι δεν έφταιγαν γενικά τα ζώα.
Και τώρα αυτή βρισκόταν εκεί όπου άνηκε!
Διότι η Ζωή είχε παρατηρήσει ότι ένα μικρό θαύμα συνέβαινε στο σώμα της και στο μυαλό της. Όσο απομακρυνόταν από τους ανθρώπους, τόσο αποκτούσε μια ιδιαίτερη επικοινωνία με τα ζώα του δάσους. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι μπορούσε να απελευθερωθεί από τα ανθρώπινα δεσμά της και να πάει κοντά στους διαφορετικούς της φίλους.
Με τη μορφή χρυσογέρακα, γλίτωνε από τις ανθρώπινες αδυναμίες και έκανε το όνειρο της αληθινό. Στο κάτω κάτω όνειρο όλων των ανθρώπων δεν είναι να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα και να ταξιδέψουν σε ένα κόσμο άπιαστο και φανταστικό έστω, για μια φορά; Είναι αξιοθαύμαστο πόσο υπέροχα νιώθεις όταν πετάς ελεύθερος από σκοτούρες και έγνοιες!
Είναι κιόλας ο μόνος τρόπος να κατανοήσεις και τις άλλες ζωντανές υπάρξεις ως οντότητες σημαντικές και ξεχωριστές και να σταματήσεις να τους φέρεσαι λες και αυτές δεν μπορούν να νιώσουν χαρά, θλίψη ή οργή. Μέσα από αυτές τις σκέψεις, η Ζωή ένιωσε το φόβο της να μειώνεται και να εξαφανίζεται. το μόνο που υπήρχε στη θέση του ήταν μια γλυκιά αίσθηση αγαλλίασης. αφήνοντας τον εαυτό της να αφεθεί ελεύθερο στη μεταμόρφωση της… Στην επικοινωνία της με τα άλλα πλάσματα… Σε αυτό το θείο δώρο…
Σιγά σιγά απελευθερώθηκε εντελώς και εντάχθηκε ολοκληρωτικά στη φύση.
Τελευταία ένιωθε τόσο πιεσμένη και συνέχεια σε επιφυλακή! Οι κυνηγοί βρίσκονταν πίσω από κάθε κρυφή γωνιά του δάσους, καταδιώκοντάς την. Ήταν λες και είχαν βάλει σκοπό της ζωής τους να την πιάσουν και να την σκοτώσουν. Φυσικά, δεν μπορούσε να μην τους δικαιολογήσει για αυτήν τους τη μανία, αφού και αυτή η ίδια έκανε τα πάντα για να δυσκολέψει, όσο μπορούσε το κυνήγι τους. Προειδοποιούσε τα ζώα οδηγώντας τα μακριά από τις παγίδες και όλα τα άλλα νέα συστήματα κυνηγιού.
Αν και είχε προσπαθήσει σκληρά να αποφύγει μια συνάντηση με τον πατέρα της, αυτός βρισκόταν συνέχεια από κοντά. ακολουθώντας το πουλί παντού. Δύο φορές κιόλας την είχε σημαδέψει πυροβολώντας την, και μόνο από καθαρή τύχη και δικιά της ευελιξία, δεν την είχε πετύχει. Δεν ήξερε πόσο αυτό μπορούσε να συνεχιστεί, αλλά όλη αυτή η ιστορία την είχε εξουθενώσει.
Ακόμα και στο σπίτι τους έμοιαζε προβληματισμένος και χαμένος στις σκέψεις του.
Ήταν η πρώτη φορά που η μέρα των Χριστουγέννων είχε περάσει τόσο γρήγορα και αιφνιδιαστικά. Τη γιόρτασαν μαζί, με το παραδοσιακό Χριστουγεννιάτικο δείπνο και αντάλλαξαν δώρα όπως πάντα. Ενώ χαμογελούσε και της μιλούσε κανονικά, η Ζωή τον ένιωθε να βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά της. Αποδιώχνοντας όλες τις άσχημες σκέψεις από το μυαλό της, συνειδητοποίησε πως ήταν καιρός να μιλήσει στον πατέρα της για αυτό που της συνέβαινε με την ελπίδα ότι θα την καταλάβαινε. Αυτό το άσκοπο και θλιβερό κυνηγητό ανάμεσα τους, είχε απορροφήσει την περισσότερη από την ενέργεια και ζωτικότητα της κάνοντας την αδύναμη. Δεν της έφταναν όμως όλα αυτά, είχε και το κρύο που περόνιαζε τα κόκαλα της και της προκαλούσε φοβερά ρίγη. Πόσο ακόμα θα άντεχε αυτήν την απελπιστική κατάσταση;
Ο κίνδυνος, όμως, πάντα παραμονεύει! Έτσι, λίγα μόνο μέτρα από εκεί που πετούσε ο χρυσογέρακας, ο πατέρας της Ζωής παρακολουθούσε με μάτια άπληστα τις όμορφες κινήσεις του πουλιού. . Στα χέρια του κρατούσε την ολοκαίνουρια κυνηγετική καραμπίνα του και την είχε στραμμένη προς τον ουρανό χωρίς να σημαδεύει πουθενά συγκεκριμένα.
Επιτέλους, το είχε βρει! Η σκέψη και μόνο αυτού του πουλιού του προκαλούσε τρέλα και απεριόριστο θυμό. Από τότε που είχε εμφανιστεί το πουλί, είχε καταντήσει σχεδόν αδύνατο να σκοτώσουν κανένα ζώο. Προσπαθούσαν, αλλά εκεί που ήταν όλα έτοιμα, εμφανιζόταν ξαφνικά ο χρυσογέρακας και όλα καταστρέφονταν. Ο θάνατος αυτού του πουλιού του είχε γίνει κάτι σαν ψύχωση. Και αν το πετύχαινε απόψε, θα μπορούσε να θεωρήσει αυτή την επιτυχία ως το προσωπικό του δώρο για τα Χριστούγεννα. Με αυτή τη σκέψη, στα χείλη του χαράχτηκε ένα άγριο χαμόγελο, αποτέλεσμα της ασυγκράτητης χαράς που ένιωθε. Δεν άντεχε άλλο την αναμονή. Όλα είχαν τελειώσει! Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει! Ή τώρα ή ποτέ!
Ύστερα από μερικές στιγμές ο χρυσογέρακας κούνησε τα φτερά του για μια τελευταία φορά και άρχισε να προσγειώνεται κοντά στη παγωμένη λίμνη του δάσους. Μια απόκοσμη ηρεμία επικρατούσε στην περιοχή. Και ξαφνικά η ησυχία διακόπηκε με τον ερχομό μικρών και μεγάλων ζώων, κάνοντας το καθένα το δικό του ιδιαίτερο ήχο. Μια ποικιλία ομορφιάς και ιδιαιτερότητας πήρε μέρος σε αυτή την μυστήρια και περίεργη για τους ανθρώπους τελετουργία. Διαφορετικά είδη πουλιών, σκίουρων, λαγών και άλλων πολλών ειδών ζώων στέκονταν κοντά στην λίμνη πάνω στο παγωμένο χιόνι, υπομένοντας το κρύο, στην δικιά τους ιδιαίτερη γιορτή της σπουδαίας νύχτας. Τότε που γεννήθηκε ο γιος του Θεού! Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να νιώσει την ιδιαίτερη επικοινωνία των ζώων με την θεία ύπαρξη; Θα μπορούσε να τα καταλάβει, όταν οι περισσότεροι τα περιφρονούσαν και τα θεωρούσαν ανίκανα να νιώσουν οποιοδήποτε συναίσθημα;
Ο κυνηγός είχε μείνει άλαλος από αυτό που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του. Όλα ήταν υπέροχα και θα ήταν ακόμη πιο πολύ όταν θα κείτονταν μπροστά του νεκρά! Τόσα πολλά κα όλα συγκεντρωμένα σε ένα μέρος!
Στο μυαλό του όμως υπήρχε η μορφή μόνο ενός ζώου! Ο χρυσογέρακας!! Τα μάτια του κυνηγού έλαμψαν σε αυτή τη σκέψη. Είχε σταθεί σε ένα κλαδί και έμοιαζε να παρακολουθεί την τελετή των ζώων με προσοχή και προσήλωση.
Η Ζωή, από την άλλη, ένιωθε τρυφερά συναισθήματα να γεμίζουν την καρδιά της! Πόσο σωστό φάνταζε να γιορτάζει με αυτό τον τρόπο τα Χριστούγεννα με τους αληθινούς της φίλους! Η απόλυτη ηρεμία και αγαλλίαση!
Μερικά μόνο μέτρα από εκεί, ο κυνηγός εντόπιζε με το ένα του μάτι το πουλί και με το άλλο το σημάδευε στο στήθος, σε μια περιοχή που ούτε θα σκοτωνόταν ακαριαία αλλά ούτε θα τραυματιζόταν το υπέροχο φτέρωμα του.
Λίγα μόνο δευτερόλεπτα πριν πατηθεί η σκανδάλη, η Ζωή έστρεψε το κεφάλι της και αντίκρισε κατευθείαν το άμεσο βλέμμα του πατέρα της. Οι ματιές τους έσμιξαν και η Ζωή τρομοκρατήθηκε από αυτό που αντίκρισε στη δικιά του. Και όμως, ύστερα από τις αμέτρητες προσπάθειες της να γλιτώσει από τα πυρά των κυνηγών, τώρα δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση της, αφήνοντας την αδυναμία και το κρύο να την καταβάλει. Η καρδιά της πάγωσε και σχίστηκε από τον εσωτερικό πόνο, πριν καν νιώσει τη σφαίρα πάνω της.
‘Η στιγμή της αλήθειας!’ σκέφτηκε πριν αρχίσει να επιστρέφει στο ανθρώπινο σώμα της.
Μετά τα πάντα συνέβησαν αστραπιαία μπροστά στα ενθουσιώδη μάτια του κυνηγού. Ο χρυσογέρακας άρχισε να πέφτει από το κλαδί στο οποίο βρισκόταν… Για μια στιγμή έχασε την οπτική επαφή του πουλιού γιατί τα ζώα έτρεχαν, μακριά από τη λίμνη, πανικόβλητα από τον ήχο του πυροβολισμού. Ταυτόχρονα, όλα τα άλλα πουλιά άνοιγαν τα φτερά τους και εξαφανίζονταν στους αχανείς ορίζοντες του σκοτεινού ουρανού.
Την επόμενη στιγμή ο πατέρας της Ζωής αντίκριζε το άψυχο σώμα της κόρης του να κείτεται πλημμυρισμένο στο αίμα, εκεί όπου θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται ο χρυσογέρακας. Οξύς πόνος διαπέρασε το στήθος του, κοιτάζοντας την όμορφη, νεαρή κόρη του ακίνητη στο ποτισμένο από το αίμα της χιόνι.. Τρέχοντας κοντά της, έσκυψε από πάνω της και εξέτασε με μια ματιά τη σοβαρότητα της πληγής. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε, συνειδητοποιώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τη σώσει.
Η Ζωή άνοιξε τα μάτια της τρέμοντας από τον πόνο και το κρύο. Καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια ακούμπησε το αδύναμο χέρι της πάνω στο χλωμό από τα δάκρυα και ξεσκισμένο από πόνο πρόσωπο του πατέρα της. Εκείνος τύλιξε με αγάπη τα χέρια του γύρω από το δικό της και της ψιθύρισε ‘Γιατί;’
Προσπαθώντας να μην καταπιεί το ίδιο της το αίμα, του μίλησε με φωνή τρεμάμενη και χαμηλή.
‘Υποσχέσου μου…Θα κάνεις τα πάντα… για να… μην σκοτώσει… ποτέ ξανά… κανείς… πλάσμα… αυτού του… δάσους…! Θέλω να καταλάβεις…Να με καταλάβεις… έστω και τώρα! Θέλω να φύγω…’ προσπάθησε να συνεχίσει γιατί τώρα βαριανάσαινε κοιτάζοντας τον με βλέμμα γεμάτο παράκληση, ‘ ξέροντας ότι αφήνω… ότι αφήνω κάποιον να παλέψει για… τις ζωές… αυτών… που δεν μπορούν να…να το κάνουν… για λογαριασμό… τους…!’
Ο πατέρας της δεν μπορούσε να σταματήσει τους λυγμούς του, όμως της απάντησε με φωνή γεμάτη αγάπη ‘Το υπόσχομαι! Το υπόσχομαι καρδιά μου! Σε αγαπώ τόσο πολύ!’
Τα μάτια της Ζωής θόλωσαν, ασυνάρτητες σκέψεις και αναμνήσεις πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό της και ύστερα επικράτησε η αίσθηση ότι πετάει . έστω για τελευταία φορά στο γεμάτο σύννεφα νυχτερινό ουρανό!
Και ενώ το χιόνι άρχισε να πέφτει πυκνό πάνω στις δύο μοναχικές φιγούρες, η Ζωή μαζί με την τελευταία πνοή της ελευθέρωσε και την ψυχή της λέγοντας
‘ Το δάσος είναι ζωντανό!’
Της Γιώτας Ξένιας Π.
User Login
Πρόσθετα
Most popular
- Σκέψεις για την γλώσσα των νέων
- Τρόπος λειτουργίας Σχολικού Συμβουλίου
- Ν. 3863/2010. Δημοσιεύθηκε ο νέος νόμος για το ασφαλιστικό
- Ν. 2621/1998
- ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΠΔ 200 201 ΦΕΚ 161 1998
- ΤΡΙΗΜΕΡΗ ΕΚΔΡΟΜΗ Γ΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΜΥΓΔΟΝΙΑΣ
- Τι πρέπει να έχουν τα κυλικεία
- «νανούρισμα για …χταπόδια» και λοιπά μαλάκια









